ἐρειγμός

ἐρειγμός, ,
A v.l. for ἐρεγμός in Gal.6.533.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερειγμός — ἐρειγμός, ὁ (Α) [ερείκω] βλ. ερεγμός …   Dictionary of Greek

  • ἐρειγμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερεγμός — ἐρεγμός, ὁ (Α) 1. βλ. έρεγμα («ἐρεγμός κυρίως λέγεται ὁ δίχα διηρημένος κύαμος», Ερωτιαν.) 2. βλ. ερυγμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερείκω «σχίζω, συντρίβω», με ανερμήνευτο το ε (αντί ει , ερειγμός*] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.